Δελτίο Τύπου : Προεκλογικές θέσεις της κυβέρνησης που καταρρίπτονται

Δελτίο Τύπου 31/3/2015

Προεκλογικές θέσεις της κυβέρνησης που καταρρίπτονται

Η χώρα κινδυνεύει από πιστωτική ασφυξία

 Επισημάνσεις του Σπύρου Ταλιαδούρου

Εισερχόμαστε στον τρίτο μήνα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Δυστυχώς, παρά τις γνωστές προεκλογικές τους εξαγγελίες για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας και τη βελτίωση της, η οικονομία δείχνει να εισέρχεται σε μια νέα φάση συρρίκνωσης. Η ρευστότητα έχει στερέψει, οι καταθέσεις στις τράπεζες,  λόγω της αβεβαιότητας που υπάρχει, διαρκώς μειώνονται, ένα νέο κύμα λουκέτων επιχειρήσεων έχει ξεκινήσει, τα «κόκκινα» δάνεια έχουν αυξηθεί κατά 1,2 δις (α’ τρίμηνο 2015), η ανεργία ξεκίνησε πάλι να παρουσιάζει αυξητικές τάσεις, ενώ στη Βουλή δεν παράγεται νομοθετικό έργο, αφού έχουν ψηφιστεί δύο μόνο νομοσχέδια.

Η οικονομία της χώρας δυστυχώς βουλιάζει στην ασφυξία και στην αβεβαιότητα, ενώ η κυβέρνηση ασχολείται κυρίως με επικοινωνιακά τεχνάσματα αφού ουσιαστικά δεν εφαρμόζει καμία πολιτική.

Είναι χαρακτηριστικό της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ότι μέσα σε μόλις δύο μήνες καταρρίφθηκαν μια σειρά θέσεων, δηλώσεων και προτάσεων πάνω στις οποίες στήριξαν την προεκλογική τους εκστρατεία για να κερδίσουν τις εκλογές. Οι θέσεις αυτές σήμερα αποδεικνύονται μύθοι που δημιουργούν όμως οικονομική ασφυξία.

Ειδικότερα:

Πρώτον, το πρωτογενές πλεόνασμα του 2014 ήταν πλασματικό. Αυτό εκ των πραγμάτων έχει καταρριφθεί γιατί η ελληνική κυβέρνηση λειτουργεί και εξυπηρετεί τις διεθνείς και εσωτερικές υποχρεώσεις χωρίς χρηματοδότηση από την τρόικα από τον Αύγουστο του 2014.

Δεύτερον, η Ελλάδα έχει εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης εκτός Ευρωζώνης. Αυτός ο μύθος έχει ήδη καταρριφθεί γιατί χώρες όπως η Ρωσία ή το Ιράν έχουν αρνηθεί να δανείσουν.

Τρίτον, μπορούμε να εκβιάσουμε την Ευρωζώνη.  Θα αναφέρω χαρακτηριστικά άστοχες και άκαιρες εκφράσεις του τύπου «κρατάμε τα πυρηνικά στα χέρια» ή «θα το κάνουμε Κούγκι». Η στρατηγική αποδείχθηκε μπούμερανγκ και σφυρηλάτησε την ενότητα των υπολοίπων χωρών της Ευρωζώνης απέναντι στα ελληνικά αιτήματα.

Τέταρτον, δεν απαιτούνται διαρθρωτικές αλλαγές στην οικονομία.  Αυτό έχει καταρριφθεί από την επιδείνωση της δημοσιονομικής κατάστασης λόγω της αύξησης του κόστους του ασφαλιστικού συστήματος και της μείωσης των εσόδων λόγω της φοροδιαφυγής, της γενικής επιδείνωσης ενός κλίματος «Δεν Πληρώνω» και της ανακοπής του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων.

Πέμπτον, η Ελλάδα έχει αποκλειστικά πρόβλημα χρέους, δηλαδή το κρίσιμο ζήτημα για την οικονομία ήταν το ύψος του χρέους. Και αυτή η θέση καταρρίπτεται. Το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης του είναι αισθητά χαμηλότερο από αυτό που υπήρχε την προηγούμενη δεκαετία. Άλλωστε, η επιδείνωση του τομέα των εσόδων δείχνει ότι υπάρχει διαρθρωτικό πρόβλημα φοροδιαφυγής, αποεπένδυση και έλλειψη ανταγωνιστικού παραγωγικού μοντέλου.

Έκτον, η Ελλάδα δεν χρειάζεται τα 7,2 δις της τελευταίας δόσης. Φαίνεται ότι αγνοούσαν ότι πέραν των άλλων αναγκών του κράτους, υπήρχαν για το 2015 διεθνείς χρηματοδοτικές υποχρεώσεις ύψους 22,5 δις ευρώ.

Έβδομον, μπορούμε να επιλύσουμε το πρόβλημα χρέους με χρηματοδότηση από τις γερμανικές επανορθώσεις. Η συγκεκριμένη στρατηγική είναι άκαιρη. Το θέμα πρέπει να αντιμετωπιστεί με διπλωματία γιατί εάν εξελιχθεί σε νομική διαμάχη, τότε τα οικονομικά αποτελέσματα που θα προκύψουν δεν θα μπορέσουν να καλύψουν τις βραχυχρόνιες οικονομικές ανάγκες της ελληνικής πλευράς.

Όγδοον, μπορούμε να λέμε άλλα πράγματα στο εσωτερικό κι άλλα στο εξωτερικό. Η κυβέρνηση χρησιμοποιεί ακραίες, αντιευρωπαϊκές εκφράσεις όταν απευθύνεται στην ελληνική κοινή γνώμη. Αντίθετα, χρησιμοποιεί πιο ήπια, φιλοευρωπαϊκή ρητορική όταν απευθύνεται στη διεθνή κοινή γνώμη. Αυτό αποτελεί μία αδιέξοδη τακτική, γιατί στην εποχή της πληροφορίας, της διαφάνειας και της τεχνολογίας, όλα καταγράφονται, μεταφράζονται και διαδίδονται ταχύτατα. Πλήττεται έτσι το κύρος, όχι μόνο της κυβέρνησης, αλλά και της χώρας, όταν άλλα λέγονται μέσα και άλλα έξω.

Ένατον, η κυβέρνηση θεωρεί θετικό να διαπραγματεύεται με ασάφεια χωρίς συγκεκριμένες προτάσεις και θέσεις, όπως πράττει μέχρι σήμερα.  Δυστυχώς, η ασάφεια σε μια διαπραγμάτευση ευνοεί την ισχυρότερη πλευρά. Αποτέλεσμα, να μην έχουμε ακόμη εκταμίευση κεφαλαίων από την τρόικα που μετονομάστηκε σε «θεσμούς», πράγμα που οδηγεί την οικονομία σε ασφυξία. Η κυβέρνηση δυστυχώς στερείται συγκεκριμένου κοστολογημένου προγράμματος για την ανάκαμψη της οικονομίας. Η ανάκαμψη δεν έρχεται  με λόγια και σύμβολα. Έρχεται με αλλαγές διαρθρωτικού χαρακτήρα, προσέλκυση επενδύσεων και δημιουργία ευέλικτου επιχειρηματικού περιβάλλοντος.

Η ανεπάρκεια τέτοιου συγκεκριμένου και κοστολογημένου προγράμματος δημιουργεί τον κίνδυνο οικονομικής κατάρρευσης της χώρας. Είναι συνεπώς ανάγκη να διασφαλιστεί η ευρωπαϊκή πορεία της χώρας και να δρομολογηθούν οι διαρθρωτικές αλλαγές. Η κυβέρνηση πρέπει να κάνει στροφή στον ρεαλισμό. Έτσι θα υπάρχει οικονομική ανάκαμψη. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος η παράταση της πολιτικής αβεβαιότητας να οδηγήσει την Ελλάδα σε στάση πληρωμών και σε πιστωτικό γεγονός.

Advertisements