ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΣΤΗΡΙΞΗ ΤΟΥ ΑΓΡΟΔΙΑΤΡΟΦΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ ΜΕ ΜΕΤΡΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ
ΣΠΥΡΟΥ ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΥ
π. Υφυπουργός Παιδείας
π. Βουλευτής Ν. Καρδίτσας

Αθήνα, 29.10.2016

 

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΣΤΗΡΙΞΗ ΤΟΥ ΑΓΡΟΔΙΑΤΡΟΦΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ ΜΕ ΜΕΤΡΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ ΣΠΥΡΟΥ ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΥ

 

Τα τελευταία χρόνια, οι Έλληνες αγρότες υπέστησαν σημαντικές περικοπές, συμβάλλοντας, μέσω της μείωσης του διαθέσιμου εισοδήματος τους, στην αναγκαία δημοσιονομική προσαρμογή της χώρας. Ο ΣΥΡΙΖΑ υποσχέθηκε:

  1. Την κατάργηση της υποχρέωσης τήρησης βιβλίων και στοιχείων των αγροτών.
  2. Τη θέσπιση του αφορολόγητου των αγροτών μέχρι τις 12.000 ευρώ.
  3. Την κατάργηση του ΕΝΦΙΑ.

Αντ’ αυτών νομοθέτησε την αύξηση του κόστους παραγωγής, την υπέρμετρη αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών και, για πρώτη φορά από την ένταξη μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τη φορολόγηση των πάσης φύσεως αγροτικών επιδοτήσεων και ενισχύσεων. Τα πρόσθετα μέτρα, τα οποία έχει συμφωνήσει η συγκυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου με τους εταίρους και που αφορούν κυρίως την κατακόρυφη αύξηση της φορολόγησης του αγροτικού εισοδήματος, την περαιτέρω φορολόγηση επιδοτήσεων και ενισχύσεων από το πρώτο ευρώ και την εκτίναξη του κόστους παραγωγής (κατάργηση επιστροφής ΕΦΚ στο πετρέλαιο, αύξηση του τιμολογίου ρεύματος) θα αποτελέσουν «ταφόπλακα για τον αγροτικό κόσμο».

Αντί της πολιτικής της υπερφορολόγησης που εφαρμόζει η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ο αγροτικός τομέας χρειάζεται να στηριχθεί και να μετατραπεί σε αγρο-διατροφικό. Η Ελληνική γεωργία παρά το γεγονός ότι ήταν και παραμένει ένας από τους πιο στέρεους πυλώνες της Ελληνικής οικονομίας, διέρχεται παρόλα αυτά μια οξεία κρίση, όντας αναπόσπαστο τμήμα της σκληρά δοκιμαζόμενης Ελληνικής οικονομίας.

Ο Ελληνικός αγρο-διατροφικός τομέας έχει σημαντική συμβολή στην οικονομία, αφού συμβάλλει με 2,9% στο Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (έναντι 1,2% κατά μέσο όρο στην Ευρώπη) και 14% στην απασχόληση (έναντι 5% κατά μέσο όρο στην Ευρώπη). Αποτελεί για την Ελλάδα και ειδικά στον αγρο-διατροφικό τομέα, μέγιστη πρόκληση η σταδιακή αναπροσαρμογή του παραγωγικού μοντέλου όχι μόνο σε παραγωγή, αλλά κυρίως στην οργάνωση της διάθεσης προϊόντων υψηλής ποιότητας, λαμβάνοντας υπόψη ότι η συγκεκριμένη αγορά αναμένεται να διευρυνθεί περαιτέρω, με υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Το δομικό και στρατηγικό πρόβλημα είναι ότι η ανταγωνιστικότητα του Ελληνικού αγρο-διατροφικού τομέα υποχωρεί σε σύγκριση με τις αντίστοιχες επιδόσεις, των άλλων συγκρίσιμων χωρών της ΕΕ. Επίσης ότι την τελευταία δεκαετία το αγροτικό εισόδημα στην Ελλάδα μειώθηκε κατά μέσο όρο σε ετήσια βάση κατά 0,4%, έναντι αύξησης 1,6% των χωρών της Ευρωζώνης. Αλλά το κυριότερο πρόβλημα είναι ότι η παραγόμενη προστιθέμενη αξία στην γεωργική παραγωγή υπολείπεται σημαντικά βασικών ανταγωνιστών. Ειδικά ο τομέας της μεταποίησης τροφίμων-ποτών, προσθέτει το 1/3 της αξίας σε σχέση με την αξία του προϊόντος που προσθέτουν χώρες με παρόμοια προϊόντα όπως η Ισπανία και η Ιταλία. Εάν δε, συγκρίνουμε τον μέσο όρο της προστιθέμενης αξίας που πετυχαίνει η βιομηχανία τροφίμων στη Δυτική Ευρώπη τότε θα δούμε ότι αυτή ανέρχεται στο 70%, ενώ στην Ελλάδα περιορίζεται στο 40%, αφού όπως γνωρίζουμε ο βαθμός τυποποίησης στην Ελλάδα παραμένει χαμηλός.

Ενώ η διεθνής συγκυρία ήταν εξαιρετικά θετική για τον κλάδο κατά την τελευταία 25ετία, ωστόσο, η έλλειψη συνεπούς στρατηγικής δεν επέτρεψε στον ελληνικό κλάδο να αξιοποιήσει το αντικειμενικό συγκριτικό του πλεονέκτημα. Η ελληνική αγροτική παραγωγή αυξήθηκε κατά λιγότερο από 1% ετησίως την τελευταία 25ετία καλύπτοντας το 0,3% της παγκόσμιας παραγωγής, από 0,8% το 1993. Το πρόβλημα αυτό, αντανακλάται στο εμπορικό ισοζύγιο προϊόντων του αγρο-διατροφικού τομέα της Ελλάδος, το οποίο είναι ελλειμματικό κατά 1,2 δις το 2014, τη στιγμή κατά την οποία η ΕΕ συνολικά εμφανίζει εμπορικό πλεόνασμα της τάξης των 9 δις ευρώ.

Τα συμπεράσματα της μελέτης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, εκτιμούν ότι η αναβάθμιση της Ελλάδας, σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα μπορούσε να αυξήσει την άμεση συνεισφορά του αγρο-διατροφικού στο ΑΕΠ κατά 9,1 δις ετησίως. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω επενδύσεων: (i) στην τεχνολογία παραγωγής, (ii) στο βαθμό τυποποίησης των προϊόντων και (iii) στην αναδιάρθρωση του τρόπου λειτουργίας των συνεταιρισμών. Η αυξημένη αυτή δραστηριότητα θα οδηγούσε σε επιπλέον έμμεσο όφελος της τάξης των 3,1 δις στον πρωτογενή τομέα, ενώ το συνολικό ετήσιο όφελος εκτιμάται στα 12,2 δις ευρώ (ή 6,9% του ΑΕΠ) δημιουργώντας δυνητικά περίπου 200.000 νέες θέσεις εργασίας.

Κατά συνέπεια πρέπει να ληφθούν μέτρα που θα στηρίξουν και θα προωθήσουν μεταξύ άλλων την παραγωγή υψηλότερης ποιότητας αγροτικών προϊόντων που θα δώσουν ικανοποιητικό εισόδημα στον έλληνα παραγωγό.

Ειδικότερα θα πρέπει να ληφθούν μέτρα στήριξης του αγρο-διατροφικού τομέα που θα βοηθήσουν την περαιτέρω ανάπτυξη του, όπως:

(α) Παραγωγή αγροτικών προϊόντων στα οποία κάθε περιφέρεια  εμφανίζει συγκριτικό πλεονέκτημα

(β) Εκσυγχρονισμό και προσαρμογή στις απαιτήσεις της αγοράς

(γ) Διάθεση των αγροτικών προϊόντων στη διεθνή και εγχώρια αγορά

(δ) Αύξηση της ανταγωνιστικότητας-Τυποποίηση των αγροτικών προϊόντων.

(ε) Ποιοτικό έλεγχο κατά το στάδιο της παραγωγής προϊόντων.

Συνεπώς, από κυβερνητικής πλευράς απαιτείται στήριξη του αγρο-διατροφικού τομέα με συγκεκριμένα μέτρα ανάπτυξης.

Advertisements