ΔΙΕΞΟΔΟΣ Ή ΓΚΡΕΜΟΣ – ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ ΕΝΟΨΕΙ ΤΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ

ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ
ΣΠΥΡΟΥ ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΥ
π. Υφυπουργός Παιδείας
π. Βουλευτής Ν. Καρδίτσας

Αθήνα, 10.02.2017

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΔΙΕΞΟΔΟΣ Ή ΓΚΡΕΜΟΣ

ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ ΕΝΟΨΕΙ ΤΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ ΣΠΥΡΟΥ ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΥ

Το οικονομικό κόστος των καθυστερήσεων και των αναβολών στις διαδικασίες της αξιολόγησης μπορεί να αποδειχθεί μεγαλύτερο για την Ελλάδα από το πιθανό όφελος, το οποίο εάν υπάρξει, θα αποδειχθεί και προσωρινό.

Δυστυχώς, η Κυβέρνηση ακολουθεί την ίδια λανθασμένη πορεία των «διαπραγματεύσεων» Βαρουφάκη. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι φορολογούμενοι πολίτες ζημιώθηκαν με 93 δις ευρώ από τα εγκληματικά λάθη της διαπραγμάτευσης Τσίπρα-Βαρουφάκη το 2015. Η ανακίνηση της συζήτησης για τη δραχμή, αν δεν πάνε καλά τα πράγματα στην αξιολόγηση, από στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι μόνο επιζήμια. Αλλά και άκρως επικίνδυνη για την οικονομία της χώρας.

Η επιβάρυνση που παρατηρείται, κυρίως λόγω της καθυστέρησης του κλεισίματος της αξιολόγησης, θα συμπαρασύρει και άλλα μεγέθη, όπως για παράδειγμα η περαιτέρω αύξηση της φορολογίας, που θα δημιουργήσουν νέους φαύλους κύκλους μιας μακροχρόνιας στασιμότητας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2016, ως αποτέλεσμα της πολιτικής που εφαρμόστηκε, κυρίως λόγω της καταστροφικής πορείας του 2015, έμειναν απλήρωτοι φόροι 13,9 δις ευρώ, ενώ η εφορία έχει λάβει μέτρα αναγκαστικής είσπραξης με κατασχέσεις ακινήτων και   δεσμεύσεων τραπεζικών λογαριασμών 839.056 φορολογούμενων πολιτών.

Παράλληλα, η Ελλάδα, μετά τις συνεχείς αυξήσεις της φορολογίας των ακινήτων από την Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, είναι στην Ευρώπη από τις χώρες με την υψηλότερη φορολόγηση ως ποσοστού επί του ΑΕΠ, πράγμα που έχει νεκρώσει τελείως την οικονομία. Το 2016 η φορολογία των ακινήτων εκτινάχτηκε στα 4 δις ευρώ.

Έτσι, έχει προκύψει μια τεράστια διεύρυνση της απόκλισης ανάμεσα στις φορολογικές επιβαρύνσεις και τη φοροδοτική ικανότητα των πολιτών, πράγμα που οδηγεί και στην τεράστια αύξηση της ανεργίας και στον κατασκευαστικό κλάδο, που κάποτε ήταν η ατμομηχανή της ανάπτυξης.

Προς αυτή τν κατεύθυνση κινείται και το γεγονός ότι το 2016 κατεγράφη αρνητικό ρεκόρ στο ισοζύγιο εγγράφων – διαγραφών εταιριών. Ο αριθμός των νέων εταιριών μειώθηκε κατά 6.604 επιχειρήσεις. Η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της αξιολόγησης σε συνδυασμό με τις νέες φορολογικές επιβαρύνσεις που ισχύουν από την έναρξη της τρέχουσας χρονιάς προκαλούν σε μεγάλο βαθμό αναστολή, αν όχι ματαίωση των επενδυτικών σχεδίων. Επίσης, η αβεβαιότητα που υπάρχει οδήγησε τον Ιανουάριο του 2017 σε μείωση των τραπεζικών καταθέσεων κατά 1 δις ευρώ. Η καθυστέρηση της αξιολόγησης έχει παγώσει και την αγορά, αφού έχει προκληθεί περαιτέρω συρρίκνωση της καταναλωτικής ζήτησης και ασφυξία στις επιχειρήσεις.

Συνεπώς, το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης είναι αναγκαία προϋπόθεση για να εξασφαλίσουμε, τουλάχιστον, ότι τον προσεχή Ιούλιο δεν θα βρεθούμε αντιμέτωποι με νέο πιστωτικό γεγονός. Ξαναζούμε μέρες του 2015. Αν δεν κλείσει η αξιολόγηση –που έπρεπε να έχει κλείσει από πέρσι το Φεβρουάριο- και δεν εξασφαλίσουμε την προβλεπόμενη χρηματοδότηση, στις αρχές Ιουλίου, το σενάριο GREXIT θα επανέλθει με μαθηματική ακρίβεια. Για άλλη μια φορά, η Κυβέρνηση, με άγνοια κινδύνου και δίχως συναίσθηση εθνικής ευθύνης, παίζει με τη φωτιά. Η ανικανότητα της Κυβέρνησης δίνει δικαίωμα στις πιο ακραίες φωνές της Ευρώπης να επαναφέρουν την έξοδο της χώρας από την ευρωζώνη, ως την ενδεικνυόμενη λύση. Όλοι κατανοούν ότι ο χρόνος λειτουργεί εναντίον μας.

Επομένως, είτε πρέπει να βρεθεί άμεσα ένας ρεαλιστικός συμβιβασμός για να κλείσει η αξιολόγηση είτε να φύγει η σημερινή κυβέρνηση για να αναλάβει ία που θα πιστεύει και θα προχωρήσει στις μεταρρυθμίσεις που έχει ανάγκη ο τόπος και θα ξανακερδίσει τη διεθνή εμπιστοσύνη. Η συνέχιση του σημερινού αδιεξόδου μερικούς ακόμη μήνες θα μας οδηγήσει στον μεγάλο γκρεμό.

Παράλληλα, ο τερματισμός της υπερφορολόγησης είναι προϋπόθεση για την επανεκκίνηση της οικονομίας. Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει κυριολεκτικά διαλύσει τους ελευθέρους επαγγελματίες, που αποτελούν κινητήρια δύναμη της οικονομίας μας. Το ιδεοληπτικό μένος της Κυβέρνησης απέναντι στην ιδιωτική οικονομία και την επιχειρηματικότητα είναι πρωτοφανές.

Advertisements