Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ

ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ
ΣΠΥΡΟΥ ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΥ
π. Υφυπουργός Παιδείας
π. Βουλευτής Ν. Καρδίτσας

Αθήνα, 25.07.2017

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ ΣΠΥΡΟΥ ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΥ

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει δεσμεύσει τη χώρα με μνημονιακή λιτότητα για τα επόμενα χρόνια, που θα γίνει πλήρως φανερή το 2019 με τη δραματική μείωση των συντάξεων και των περικοπών του αφορολόγητου ορίου. Στο σύνολο τους τα μέτρα αυτά ύψους τουλάχιστον 15 δις ευρώ εκτιμάται ότι θα πλήξουν 2.240.000 εκατομμύρια επαγγελματίες, αγρότες  και συνταξιούχους, μολονότι οι προεκλογικές υποσχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ ήταν για παροχές ύψους 12 δις ευρώ.

Πέραν αυτών, η πραγματική οικονομία υποφέρει. Η έλλειψη ρευστότητας έχει παραλύσει την αγορά. Τα λουκέτα αυξάνονται. Η ανεργία των νέων ουσιαστικά  διογκώνεται. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με έρευνα της διαΝΕΟσις, οι μέσοι Έλληνες ηλικίας 18-35 δηλώνουν ότι υποστηρίζονται οικονομικά από τους γονείς τους ή άλλους συγγενείς, ενώ το 41% των νέων δηλώνει έτοιμο να μετακομίσει σε άλλη χώρα για να δουλέψει. Πρόκειται ουσιαστικά για μια χαμένη γενιά που πληρώνει την αποτυχημένη οικονομική πολιτική της Κυβέρνησης. Μια πολιτική που στηρίζεται μόνο στην υψηλή φορολόγηση και όχι στην προσέλκυση επενδύσεων, στη μείωση των κρατικών δαπανών και στην επιτάχυνση των αποκρατικοποιήσεων, που θα αύξαναν τα κρατικά έσοδα και τις θέσεις εργασίας. Χιλιάδες άνθρωποι που εργάζονται σκληρά και παράγουν αναρωτιούνται αν έχει νόημα να συνεχίσουν να το κάνουν στην Ελλάδα. Οι φόροι είναι πλέον εξοντωτικοί.

 

Κατά μέσο όρο η αύξηση των φόρων είναι της τάξεως του 35% – 40%. Μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις ο φόρος έχει διπλασιαστεί. Η μείωση των φόρων θα έχει πολλαπλασιαστικά οφέλη στην ανάπτυξη, τις επενδύσεις και την αύξηση των θέσεων απασχόλησης. Η υπερφορολόγηση δεν συνιστά βιώσιμη πολιτική.

Από την άλλη πλευρά, περίπου 1,5 χρόνο μετά την προκήρυξη των πρώτων δράσεων του προγράμματος «Ανταγωνιστικότητα» δεν έχει εκταμιευτεί ακόμα από την Κυβέρνηση ούτε ένα ευρώ επιχορήγησης. Ενίσχυση από το ΕΣΠΑ ακούν και ενίσχυση από το ΕΣΠΑ δεν βλέπουν χιλιάδες δικαιούχοι.

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ κατόρθωσε να ρίξει τη χώρα στην ύφεση, όταν η διεθνής οικονομική συγκυρία ευνοούσε την επίτευξη ισχυρών ρυθμών ανάπτυξης. Για παράδειγμα στη διετία 2015-2016 η τιμή του πετρελαίου μειώθηκε κατά 50% σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.

Αποτέλεσμα αυτής της εφαρμοσμένης πολιτικής είναι ότι και η επένδυση στα ακίνητα, που αποτελούσε τη βαριά «βιομηχανία» της χώρας, από την οποία ζούσαν εκατομμύρια εργαζόμενοι, δίνει πλέον μηδενική απόδοση. Η υψηλή φορολογία των εισοδημάτων από ενοίκια, όπως επίσης και το υψηλό κόστος των αγοραπωλησιών (φόρος μεταβίβασης, έξοδα, εκδόσεις πιστοποιητικών, τέλη) αποτελούν ισχυρά αντικίνητρα για τους επενδυτές.

Αλλά και στον τουριστικό τομέα υπάρχει, σύμφωνα με ατ στοιχεία του ΣΕΒ, καθίζηση των επενδύσεων της τάξεως του 75% σε σχέση με το 2008, υποχωρώντας στα 415,1 εκατομμύρια ευρώ έναντι 1,63 δις ευρώ το 2008.

Είναι σαφές συνεπώς ότι απαιτείται η εφαρμογή μιας άλλης οικονομικής πολιτικής, ώστε η Ελλάδα να γίνει πιο φιλική προς τις επενδύσεις. Τότε μόνο θα κατορθώσει να «γυρίσει» οριστικά η οικονομία της και να ενταχθεί επί ίσοις όροις στη νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική που δημιουργείται.

Πρέπει συνεπώς να γίνει σχεδιασμός για τα επόμενα βήματα μας προς την εξής κατεύθυνση:

Πρώτον: Να επισπευτεί η υλοποίηση όλων όσων έχουν συμφωνηθεί, ώστε να υπάρξει ρύθμιση του χρέους και να μας δοθεί επιμήκυνση των αποπληρωμών.

Δεύτερον: Να υπάρξει ένα νέο σχέδιο δημοσιονομικής και οικονομικής πολιτικής για μετά τον Αύγουστο του 2018 για να γίνουν βελτιωτικές ρυθμίσεις στο ασφαλιστικό και στον φορολογικό με βασικό άξονα τις μειώσεις των φόρων και των ασφαλιστικών εισφορών.

Τρίτον: Να υπάρξει ώθηση της οικονομίας προς την εξωστρέφεια με στροφή σε στοχευμένες οριζόντιες εξαγωγικές πολιτικές, ώστε να υπάρξει διευκόλυνση των επιχειρήσεων να κάνουν τις επενδύσεις που απαιτούνται για να ανταγωνίζονται επί ίσοις όροις τις ξένες επιχειρήσεις στη διεθνή αγορά. Απαραίτητη προϋπόθεση βεβαίως, όπως υπογραμμίζει ο ΣΕΒ είναι η μείωση των ειδικών φόρων στην παραγωγή (π.χ. κόστος ενέργειας) και η διασφάλιση μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων συνθηκών προσδοκώμενης ανταγωνιστικής διεθνούς κερδοφορίας.

Τέταρτον: Να στηριχθεί με τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης του πρωτογενούς αγροτικού τομέα, ώστε να γίνουν πιο ανταγωνιστικές και εξωστρεφείς οι μικρές επιχειρήσεις παράγοντας ποιοτικά προϊόντα.

Απαιτείται συνεπώς να υπάρξει για την οικονομία μας μια νέα αρχή. Η οικονομική πολιτική της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ όχι μόνο δεν αντέχεται, αλλά και δεν μπορεί να οδηγήσει  την Ελλάδα σε ανάπτυξη.

Advertisements